«Ο αβδελλάς»
| Άρθρα - Συνεργασίες |
Εκείνο το καυτό Σάββατο του Ιουνίου του έτους 1932, ημέρα μνήμης του Oσίου Δαβίδ και του Επισκόπου Γοτθίας Ιωάννη, ο Κώστας, ένας πλανόδιος πωλητής αβδελλών, έφερνε γύρα στα στενά σοκάκια του Γιαννιώτικου Κάστρου, διαλαλώντας το ζωντανό εμπόρευμά του, που ήταν πεινασμένες αβδέλλες, μέσα σε γυάλινα μπουκάλια γεμάτα με νερό, έτοιμες για δράση...
Είχε σχεδόν μεσημεριάσει και ο αβδελλάς είχε τελειώσει την καθημερινή περιδιάβασή του από τις συνοικίες της βυζαντινής πόλης και, όπως το συνήθιζε, ανηφόρισε την οδό Αβέρωφ, με προορισμό το εστιατόριο «Κωνσταντινούπολη», που τότε βρισκόταν στην κεντρική πλατεία της πόλεως ακριβώς απέναντι από το ζαχαροπλαστείο «Διεθνές», και η μόνιμη πελατεία του ανήκε ιδεολογικά στο Lαϊκό κόμμα...
Ο Κώστας, μόνιμος κάτοικος του Κουρμανιού, πέρασε την είσοδο του εστιατορίου και βημάτιζε αργά προς το τραπέζι της παρέας του όταν ο Χρ. Χρηστοβασίλης του έγνεψε να έλθει να καθίσει μαζί με τους οπαδούς του κόμματός του...
Η μεγάλη συντροφιά των οπαδών του Τσαλδάρη, μιας και ήταν προεκλογική περίοδος, θέλησε να πικάρει έξυπνα τους Βενιζελικούς, που κάθονταν στο διπλανό τραπέζι, και ρώτησε τον αβδελλά γιατί φέτος το ζωντανό εμπόρευμά του είχε μεγάλα κεσάτια (=αναδουλιές) κι εκείνος, κάνοντας τον κάθε πικραμένο να σκάσει στα γέλια, απάντησε:
- Γιατί ρούφηξε ο Βενιζέλος όλο το αίμα του λαού και δεν άφησε σταλιά για τα δυστυχισμένα πλάσματά μου που κινδυνεύουν, από την ασιτεία, να υποστούν μαρτυρικό θάνατο...
Η παρέα των Λαϊκών γέλασε με την ψυχή της και αντάμειψε τον πλανόδιο εξωκαστρινό μικροπωλητή, με την αγορά όλων των έγκλειστων στα μελανοδοχεία αβδελλών, τις οποίες έσωσε, στο παραπέντε, από βέβαιο θάνατο...
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|
