«Οι καλλιτέχνες δεν συνηθίζουν να λένε λόγια, όταν έχουν τα έργα. Αυτά πρέπει να μιλούν, κι αν δεν μπορούν να μιλήσουν αυτά, δεν τα σώζει κανένας λόγος. Για να δώσω όμως ένα μικρό μίτο στους θεατές εδώ, θα έλεγα ότι αυτή την έκθεση την σκεφτόμουν πολύ καιρό. Και ήθελα πραγματικά απ’ τη στιγμή που μάζεψα τα ξύλα απ’ το Πολυτεχνείο, να την αφιερώσω κάποια στιγμή στους ευεργέτες. Και δουλεύω γι’ αυτό τώρα το πράγμα, περισσότερο από δέκα χρόνια και θα εξακολουθήσω να δουλεύω, μέχρι να βγει αυτό το βάρος και να ελαφρώσω κάπως.
Να αισθανθώ την ψυχή μου πιο αναπαυμένη. Γιατί πιστεύω ότι έχουμε ένα μεγάλο χρέος σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους. Και είναι μια ευκαιρία πιστεύω, όχι για συγχαρητήρια και για λόγους, αλλά περισσυλογής. Εμείς, απέναντί τους. Εάν πράγματι είναι οι πράξεις μας, η θέση μας, σωστή, αν τις διαχειριζόμαστε σωστά, τις επιθυμίες αυτών των ανθρώπων. Και το λέω αυτό, γιατί έχω δει... πέρα από το κάψιμο του Πολυτεχνείου, για το οποίο δεν μίλησε κανένας, σαν να μη συνέβηκε τίποτα. Γιατί είχε τον συμβολισμό της αυτή η πράξη. Όταν καις ένα ανώτατο πνευματικό ίδρυμα, βάζεις κατά της γνώσης.  Και όταν μάζεψα τα αποκαΐδια και τα έβαλα μπροστά στα προπύλαια και τα’ άφησα εκεί για πέντε έξι μέρες, πρόχειρα, γρήγορα, έβλεπα ουσιαστικά τις ψυχές αυτών των ανθρώπων:  των κτητώρων, των ευεργετών, των αρχιτεκτόνων των σπουδαίων, που ήταν ο Καφταντζόγλου και άλλοι και των δασκάλων ακόμα, οι οποίοι εδίδαξαν εκεί μέσα και μερικοί απ’ αυτούς είναι πολύ σημαντικές προσωπικότητες. Με το κείμενο που είχα γράψει τότε, ακριβώς αυτό επισήμαινα. Καις δάση, χτυπάς τη φύση.  Ουσιαστικά χτυπάς τον εαυτό σου. Καις πνευματικά ιδρύματα, βάζεις εναντίον της γνώσης. Έχω και πολλά άλλα παραδείγματα να σας πω. Ακόμη και στην πατρίδα μου εδώ στα  Κατσανοχώρια. Έφτιαξα πριν τριάντα χρόνια την προτομή του Λούλη. Όταν διάβασα την διαθήκη, ήταν ένα συγκλονιστικό κείμενο αυτό. Δεν έκανε ο άνθρωπος αυτός, διάκριση εδώ και 150 χρόνια που έκανε τη διαθήκη, μεταξύ ανθρώπων.  Έβαζε στο ίδιο καλάθι και τους Μωαμεθανούς και τους Αρμένιους και τους Έλληνες. Δεν έκανε διάκριση για την υγεία τους. Έκανε τα γεφύρια, έδωσε χρήματα για να κάνει τα γεφύρια. Να γεφυρώσει το χάσμα, να επικοινωνήσουν οι άνθρωποι. Τότε ήταν μεγάλη υπόθεση. Έκανα λοιπόν μια προτομή. Την έβαλα στο χωριό. Πήγαν το βράδυ, κάποιο βράδυ, νύχτα, με την όπισθεν κάποιο αυτοκίνητο, την σπάσαν στα δύο και την έριξαν κάτω. Έμεινε εκεί για μεγάλο διάστημα. Τη μάζεψε ο μακαρίτης ο Λούλης ο βουλευτής. Την έβαλε σε μία αποθήκη. Δεν την αναζήτησε κανένας. Μόνον εγώ την αναζήτησα. Και τώρα, θα την ξαναστήσω σ το Μουσείο που κάνουμε στο χωριό. Θέλω να πω, δεν είναι η βραδιά η σημερινή  για συγχαρητήρια. Τώρα για την γλυπτική μου δεν θέλω να μιλήσω, πρέπει να μιλήσει η ίδια. Είναι να σκεφτούμε λίγο πάνω σ’ αυτή την ιστορία». Μ’ αυτά τα λόγια ο γλύπτης Θεόδωρος Παπαγιάννης καλωσόρισε τους φιλότεχνους στα εγκαίνια της αναδρομικής έκθεσης Γλυπτικής του, στην αίθουσα «Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος» της Ζ.Π. Ακαδημίας, την Τετάρτη 9 Μαΐου, και ώρα 8.30 μ.μ.  Μια έκθεση που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολις Ιωαννίνων, η Εφοροεπιτροπεία Αγαθοεργών Καταστημάτων, το  Ίδρυμα Κωνσταντίνου Κατσάρη, με χορηγό την Εθνική Τράπεζα. Διάρκεια έκθεσης:  9 Μαΐου έως 9 Ιουνίου 2007.
ΑΝΝΑ ΔΕΡΕΚΑ