Mon09242018

Last update09:03:40 AM GMT

Font Size

Profile

Cpanel

Βαγγέλης Γεωργάκης: συγγραφική όαση σ' άνυδρο τοπίο!

  • PDF

«Ο Αγαπημένος ήρωας των παιδιών»

Το ηρωικό μυθιστόρημα μιας αντιηρωικής εποχής!

face SnapseedΟ Βαγγέλης Γεωργάκης επανέρχεται με το καινούργιο του μυθιστόρημα «Ο Αγαπημένος ήρωας των παιδιών: Η προφητεία» κάτω από νέα εκδοτική στέγη, τις εκδόσεις Oasis. Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία στις 5 Δεκεμβρίου. Μπορείτε να πάρετε μια μικρή πρόγευση από αυτό το συναρπαστικό σύγχρονο μυθιστόρημα και την αριστοτεχνική γραφή του συγγραφέα που αποδεικνύει ότι η λογοτεχνία πρωτίστως παραμένει Τέχνη.

Αποσπάσματα του μυθιστορήματος

Για ένα ακόμη απόγευμα η πραγματικότητα είχε διαρραγεί, βίαια εκραγεί για μένα και είχα μείνει να χτίζω ανεμόμυλους, κάστρα που θα γκρεμίζονταν το αμέσως επόμενο πρωινό, με τη φαντασία μου. Ποιες ήταν εκείνες οι μυστηριώδεις εξαφανίσεις παιδιών και ποιος ήταν ο Κώστας Κ.; Ο πρόεδρος της Θύελλας και ο πιστός του Ρίκο, η εντυπωσιακή Ίρις και ο αστυνόμος Χάρης ή ακόμη και ο Στάθης, ένας αμυντικός χωρίς ιδιαίτερες περγαμηνές και η θρησκόληπτη Μαρία; Πρόσωπα υπεράνω υποψίας και πάντα με μια καλή εντύπωση κρατημένη για τους άλλους.

Ποιος ήμουν εγώ; Έλληνας συγγραφέας, χαμένος σε τόνους ματαιότητας και ματαιοδοξίας, προσπαθούσα να γράψω, διάβολε, αγωνιούσα, το Μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα. Πράγμα δύσκολο να γράψεις ένα Μεγάλο Μυθιστόρημα σε μια μικρή, από κάθε άποψη, χώρα.

Είχα ξεκινήσει να πηγαίνω στο γήπεδο, αόρατος παρατηρητής του Κώστα Κ. και των απίθανων μερικές φορές κατορθωμάτων του, δεν μπορούσα ωστόσο να βγάλω άκρη, όπως δεν μπορούσα, επίσης, να γράψω λέξη.

Τότε, ένα βράδυ που ο αγώνας είχε οριστικά τελειώσει και ο Κώστας Κ. για μια ακόμη φορά θριαμβευτικά σκοράρει, έπεσα πάνω σε μια κοπέλα –μουντζουρωμένη, μαυριδερή, κάπως απελπισμένη– που ζωγράφιζε με μανία, αλλά και προσήλωση, στην είσοδο του σταθμού τρένων του Πειραιά.

ΠΥΝΑΚΕΣ 10 ΕΥΡΩ

έγραφε μια χαρτονένια επιγραφή μπροστά της, κάπως ανορθόγραφα.

Πλήρωσα τα δέκα ευρώ, όπως και θα έπρεπε. Μου χαμογέλασε, της χαμογέλασα. Μου έδωσε έναν πίνακα. Έπειτα σαν και σε όνειρο έβγαλα και της έδωσα άλλα πέντε ευρώ. Χαμογέλασε ακόμη περισσότερο κι εγώ ένιωσα σαν να δωροδοκώ τον ίδιο τον διάβολο. Ο διάβολος ξέρετε παίρνει διάφορες μορφές, πολλές μορφές. Λαϊκός, δημαγωγός, διάολος που λέει και ο λαός. Ο Θεός; Άφαντος. Μια φορά εμφανίστηκε και από τότε όλοι τον ψάχνουμε ή τον αναμένουμε.

Και από κείνο το βράδυ συνέβη, απλά συνέβη. Εκατοντάδες, χιλιάδες λέξεις ξεχύθηκαν από μέσα μου σαν λάβα καυτή απειλώντας να κάψουν και μένα τον ίδιο. Η ιστορία γράφτηκε σαν το νεράκι, και αφορμή ήταν ένας καταραμένος πίνακας. Νόμιζα ότι το έγραφα εγώ, αλλά συνέβη, πιστέψτε με, απλά συνέβη...

[...]

Περπατούσαν τώρα ακριβώς μπροστά από τον σταθμό του Ηλεκτρικού, κάτω από τη μεγάλη επιγραφή ΠΕΙΡΑΙΑΣ-ΑΘΗΝΑ, σημείο συνάντησης του πολύχρωμου πλήθους –και πολλών γκρίζων ζητιάνων ωστόσο– ώσπου είδαν την κοπέλα, αυτή τη φτωχή, διανοητικά καθυστερημένη κοπέλα που είχε το δεξί της χέρι πάντα κυρτωμένο, όπως θα θυμόταν αργότερα, πολύ αργότερα, ο Κωστής.

Του τράβηξε αμέσως την προσοχή, το ίδιο και στην Ίρις, ο τρόπος που ζωγράφιζε, η αφοσίωση που επεδείκνυε έτσι σκυμμένη πάνω από τη βρώμικη ακουαρέλα της. Διάφορα σκίτσα ήταν συμμετρικά τοποθετημένα γύρω της, όλα ζωγραφισμένα με κάθε λογής αποχρώσεις, αμέτρητους μαρκαδόρους και τέμπερες, απλωμένα μπροστά της σαν να επρόκειτο για τα πρώτα παιχνίδια ενός μωρού που δεν έλεγε με τίποτε να μεγαλώσει. Ήταν μια σκηνή κωμική· και γκροτέσκα όμως. Ωστόσο, ο Κωστής έκανε να φύγει, προσπεράσει.

Η Ίρις φάνηκε να έχει διαφορετική γνώμη.

«Για δες», είπε χαρούμενα, «ζωγραφίζει!»

Στάθηκαν μπροστά της πιασμένοι χέρι χέρι και η κοπέλα φάνηκε να μην τους δίνει απολύτως καμία σημασία, βυθισμένη στη δική της, προσωπική, ιδιαίτερη, μορφή τέχνης.

Ο Κωστής, αν και ποτέ δεν είχε πολλά πάρε δώσε με την Τέχνη, εκτός ίσως από ταινίες με κραυγές και πολεμικές τέχνες που έβλεπε στο σινεμά στα δεκαπέντε του, αλλά και κόμικς με μικρούς, χάρτινους, αγαπημένους ήρωες, κατά κάποιο τρόπο συγκινήθηκε, κυρίως με την αφοσίωση και την προσήλωση της αδικημένης από τη ζωή κοπέλας. Άφησε διστακτικά ένα ευρώ που κουδούνισε χαρμόσυνα στο τσίγκινο τενεκεδάκι της και έκανε να πάρει στα χέρια του ένα τυχαίο σκίτσο –ένας γλυκύτατος Μίκυ του φάνηκε, που χαμογελούσε– από τον σωρό των ζωγραφισμένων χαρτιών.

«Όχι, όχι. Αυτός, πίνακας, ντέκα ευρώ», τον μάλωσε η καθυστερημένη κοπέλα με επίσημο, όχι όμως ξιπασμένο, ύφος, με προφορά ίσως από τα Σκόπια ή κάποιον καταυλισμό των Ρομά, και του έδειξε μια αυτοσχέδια πινακίδα από χαρτόνι, μπερδεμένη πιο πολύ με τον σωρό των σκίτσων, που έγραφε:

Π Υ Ν Α Κ Ε Σ 1 0 Ε Υ Ρ Ω

Η Ίρις άφησε να της ξεφύγει ένα πνιχτό γέλιο, ίσως πιο πολύ εξαιτίας της ανορθόγραφης επιγραφής και λιγότερο για το πάθημα του Κωστή, αλλά αυτό εξόργισε τον Κωστή ακόμη περισσότερο. Είχε παραβιάσει τόσες και τόσες εστίες με τον τσαμπουκά και την αντίληψη που τον διέκρινε και τώρα, αυτό το όμορφο ανοιξιάτικο απόγευμα, μια εύκολη φαινομενικά κατάσταση ξέφευγε από τα χέρια του ή μάλλον τα πόδια του, αν θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε αυστηρά ποδοσφαιρικούς όρους, ειδικά στην περίπτωσή του.

Έψαξε τις τσέπες του, απόρησε που βρήκε μέσα τους άλλο ένα ευρώ, καθώς συνήθως δεν κράταγε πάνω του περιττά ψιλά, και το πέταξε με μια μόρτικη κίνηση μες στο τενεκεδάκι.

«Είμαστε εντάξει», είπε τελεσίδικα και πήρε στα χέρια του το σκίτσο, γιατί όχι πίνακα, έστω και ανορθόγραφο.

Το σοβαρό, θλιμμένο ύφος δεν έφυγε όμως από το πρόσωπο της κοπέλας. Αντίθετα, ένα δάκρυ κύλησε από τα βουρκωμένα μάτια της, ένα δάκρυ που απέφυγε να κοιτάξει περισσότερο ο Κωστής, τραβώντας την Ίρις λίγο απότομα, ίσως και από αμηχανία, προς το μέρος του.

Μόλις είχαν γυρίσει την πλάτη στην παράξενη κοπέλα για να φύγουν, όταν μια τραχιά, σκληρή φωνή, σαν να έβγαινε από χαλασμένο μικρόφωνο ή ένα διαστημόπλοιο που προσπαθούσε να προσγειωθεί μέσα από ηλεκτρομαγνητικές μεταβολές, έσκισε τον αέρα:

«ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΧΩΡΙΣ ΜΑΤΙΑ ΘΑ ΜΠΟΥΝ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΟΣ!»

Ο Κωστής ενστικτωδώς –αντίδραση σε έναν αόρατο κίνδυνο– έσφιξε γερά τον καρπό της Ίρις. Αυτή άφησε ένα πνιχτό: «Άουτς...»

«Το άκουσες αυτό;» είπε.

Γύρισε χωρίς να περιμένει απάντηση ενώ η Ίρις συνέχιζε να κάνει, αστείες και χαριτωμένες, γκριμάτσες πόνου. Τίποτα. Τίποτα που να φανερώνει κίνδυνο. Η φτωχή καθυστερημένη κοπέλα είχε αρχίσει ξανά να ζωγραφίζει ατάραχη, το πλήθος μπροστά από την είσοδο του σταθμού συνέχιζε να πηγαίνει πέρα δώθε σαν ετοιμόρροπο εκκρεμές. Ένας κίτρινος γερανός, παράταιρος με τον υπόλοιπο συρφετό αυτοκινήτων, πέρασε από μπροστά τους σαν θυμωμένη γιγαντιαία μέλισσα. Η πραγματικότητα έμοιαζε με λευκή επίστρωση σε ερειπωμένο τοίχο.

Κοντοστάθηκε κοιτάζοντάς την σκεπτικός για μερικά δευτερόλεπτα. Η κοπέλα συνέχιζε να μην του δίνει σημασία. Κοίταξε, χωρίς να ξέρει το γιατί, ψηλά στον ουρανό. Ένα μαύρο σύννεφο είχε σταθεί ακριβώς από πάνω τους. Ο υπόλοιπος ήταν απολύτως καθαρός. Ήθελε απαντήσεις. Κάτι είχε συμβεί αυτά τα λίγα, άσχετα και τυχαία, δευτερόλεπτα, κάτι είχε ανεπανόρθωτα αλλάξει, όπως οι τεκτονικές πλάκες που μετακινούνται πριν από σεισμό στα έγκατα της γης επηρεάζοντας ύστερα ολόκληρη την επιφάνειά της.

Στο τέλος είπε μόνο σφίγγοντας το χέρι της Ίρις, τρυφερά αυτή τη φορά:

«Πάμε».

[...]

Παιδιά... Παιδιά εξαφανίζονταν, κάθε μέρα, αλλά και νέοι. Είτε γιατί δεν είχαν καθόλου δουλειά ή θα μετανάστευαν στο εξωτερικό ή θα έμεναν με την άρρωστη μητέρα και το συνταξιούχο πατέρα σε ένα ημιυπόγειο στο Πασαλιμάνι ή στα Γρεβενά και στην Κομοτηνή, παροπλισμένοι σε μια ιδιότυπη ομηρία. Ευτυχώς για τον Κωστή το ποδόσφαιρο καλά κρατούσε. Λάθος. Θέριευε ακόμη περισσότερο, με ό,τι καλά ή κακά αυτό έφερνε – στον Κωστή κυρίως φυσικά καλά. Η πολιτική είχε πάει στο διάβολο και ο κόσμος ήθελε μια ελπίδα, έστω και χωρίς κανένα νόημα, χωρίς κανένα όφελος, ένα ιδιότυπο αποκούμπι, κάπου να πιαστεί, ενώ βρισκόταν στο χείλος μιας απροσδιόριστης αβύσσου...

[...]

...κάνατε μια εντυπωσιακή εισαγωγή, οφείλουμε να ομολογήσουμε Κώστα Κ. είπε ευγενικά ο παρουσιαστής. Συγγνώμη που σας διακόπτω, σας παρακολουθώ όμως με προσοχή, με συγκίνηση ο ίδιος ανακαλώ σκέψεις και εικόνες, εικόνες και σκέψεις, από τον Πειραιά, το Μεγάλο Λιμάνι, την αγωνία και την απαξίωση, τότε, ολόκληρης της μελλοθάνατης, ετοιμοθάνατης Ελλάδας.

– Ποια είναι η γνώμη σας τελικά για τη δοκιμασία που πέρασε εκείνα τα χρόνια, τα μαύρα χρόνια, η πατρίδα μας η Ελλάδα;

Ο Κώστας Κ., σκέφτηκε λίγο πριν απαντήσει, και μετά είπε αργά, αργά, προσεκτικά:

– Η Ελλάδα ήταν ένα καράβι, αραγμένο σε ένα μεγάλο λιμάνι, όπως είναι ο Πειραιάς, για παράδειγμα, μια που μιλάμε εδώ για τον Πειραιά, και το λιμάνι θα μπορούσε να είναι ολόκληρη η Ευρώπη, που δοκιμάστηκε από μια τέτοια θύελλα, τέτοια τρικυμία. Το καράβι δεν είχε καλούς κυβερνήτες, αλλά ούτε και καλούς ναύτες, όλοι είχαν τις ευθύνες τους για μια τέτοια συμφορά. Και το λιμάνι όμως δεν είχε φτιαχτεί σωστά για μια τέτοια θαλασσοταραχή, είχε τρωτά σημεία. Θα μπορούσες να κατηγορήσεις τον καιρό, τους καιροσκόπους; Όχι. Αυτοί ήταν οι μόνοι που έκαναν καλά, άψογα θα έλεγα εγώ, τη δουλειά τους, θα ήταν λάθος να τους κατηγορήσεις, όχι όμως και να μην τους αποδώσεις ευθύνες, μεγάλο λάθος, ολοκλήρωσε ο Κώστας Κ. και κούνησε αρνητικά δύο φορές πέρα δώθε το κεφάλι.

– Έχουμε μείνει με το στόμα ανοιχτό από μια τέτοια ανάλυση, τέτοια παρομοίωση, είπε ο παρουσιαστής. Και μετά, επιτηδευμένα θριαμβευτικά:

– Κώστας Κ. κυρίες και κύριοι, κύριοι και κυρίες, απολαύστε τον, η συνέντευξη, οι αποκαλύψεις που χρόνια τώρα όλοι περιμέναμε για το μεγάλο σκάνδαλο, τα μεγάλα γεγονότα, που είχαν, τότε, συγκλονίσει ολόκληρη την Ελλάδα. Μην κλείσετε φυσικά την τηλεόρασή σας, μικρό διάλλειμα για διαφημίσεις, και μετά, ελπίζω, πάλι όλοι μαζί...

[...]

 

Η διαδήλωση

Η διαδήλωση αναπτύχθηκε αργά στην αρχή, σαν μακάβρια υπερφυσική αράχνη, εξαπλώθηκε δειλά ύστερα, σαν ιστός που επεκτείνεται.

Ήταν μια διαμαρτυρία σιωπηλή, μα πάνω απ' όλα ήταν μια διαμαρτυρία ειρηνική, κάτι που οι διεφθαρμένοι και αλαζόνες πολιτικοί έπρεπε να το προσέξουν, αλλά κανείς τους δεν έδωσε τη δέουσα σημασία, όπως οι μεγάλοι στα μικρά παιδιά.

Το πλήθος αρχικά συγκεντρώθηκε στην Πλατεία Συντάγματος, μια διαμαρτυρία σιωπηλή και ειρηνική σαν να ήταν γιορτή. Οι περισσότεροι έρχονταν για ένα απόγευμα ή ένα πρωινό και μετά έφευγαν, κάποιοι όμως, από την πρώτη κιόλας μέρα, έστησαν σκηνές να μείνουν, πρόσφυγες στον ίδιο τους τον τόπο.

Μετά όμως οι διαδηλωτές άρχισαν να γεμίζουν τα γύρω στενά, όπως το νερό γεμίζει ένα ρυάκι, πολλά ρυάκια, που στο τέλος έγιναν χείμαρρος: Μητροπόλεως, Ερμού, Σταδίου, Ακαδημίας, όλο το κέντρο της Αθήνας ήταν ένα ποτάμι των τελευταίων καλών προθέσεων που σταδιακά ξεχείλιζε και αυτό από μίσος και οργή.

Κάθονταν εκεί χωρίς να μιλούν, σαν να συμμετείχαν στην ιεροτελεστία μιας νέας παγκόσμιας αίρεσης. Αέρας δεν φυσούσε εκείνες τις μέρες ή κάποιο απαλό ψιλόβροχο που έπεφτε, σαν τα στοιχεία της φύσης να συνωμοτούσαν και να συνδιαλέγονταν, παρακολουθούσαν προσεκτικά και αυτά, πιο προσεκτικά πάντως από τους ανθρώπους, ποιες θα μπορούσε να είναι οι εξελίξεις.

Πολλοί, δημοσιογράφοι ειδικά, είπαν μπράβο, να μια πολιτισμένη διαδήλωση δεν αντιλήφθηκαν από νωρίς την επικινδυνότητά της.

[...]

Δωρεάν αγχολυτικό

...προσπάθησε να ηρεμήσει. Ηρέμησε. Σκέφτηκε λογικά. Ήταν λογικός άνθρωπος, τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ό,τι έβλεπε στον πίνακα το έβλεπε αυτός και μόνον αυτός, κανείς άλλος. Ήταν το στρες που είχε με την ομάδα, με την Ίρις, το σεξ, τον άγριο έρωτα, τα πάντα. «Συμβαίνουν αυτά, και όχι μόνο σε μένα. Το μυαλό μας παίζει παιχνίδια, όλα είναι στο μυαλό μας, πολύ συνηθισμένη έκφραση». Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να δείξει τον πίνακα σε κάποιον άλλον να του πει κι αυτός τι έβλεπε, και πιο κατάλληλο άτομο φυσικά η Ίρις που είχε δει τον πίνακα και στην αρχική του μορφή. Εδώ όμως υπήρχε το πρόβλημα ότι θα τον περνούσε για τρελό, θα κλονιζόταν η εμπιστοσύνη της για το πρόσωπό του. Αν δεν είχε ήδη κλονιστεί.

Ωστόσο, για μια ακόμη φορά –αναποφάσιστος ή συνετός;– είπε να μην σκίσει ή καταστρέψει το αναθεματισμένο σκίτσο. Προσεκτικά το τοποθέτησε πάλι στην πίσω δεξιά γωνία του πρώτου συρταριού, σαν να ήταν ένα καινούργιο ρούχο που ήθελε προσοχή στο δίπλωμα και τη φύλαξή του. Παραδόξως ο πίνακας, ο καταραμένος πίνακας, ήταν η μόνη του ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν ήταν τρελός. Ή ότι ήταν.

Ξάπλωσε και έβαλε τηλεόραση φυσικά, το μεγαλύτερο και καλύτερο αγχολυτικό, που το προσέφερε δωρεάν η κυβέρνηση και η κάθε κυβέρνηση, οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου.

Έπεσε σε έκτακτο δελτίο ειδήσεων...

[...]

Μόρια νερού

Κόσμος συνέχισε να συγκεντρώνεται στην πλατεία Συντάγματος, ακόμη και αργά τη νύχτα –όταν άλλοι, πιο λογικοί ή ίσως λιγότερο απελπισμένοι, θα έβλεπαν τηλεόραση ή μπορεί να έπεφταν αποκαμωμένοι να κοιμηθούν– κάτι που φυσικά η τηλεόραση δεν είπε ή διαφήμισε όσο θα έπρεπε· κόσμος πολύς, κόσμος ασήμαντος και ο καθένας ταπεινός, σαν μικρομόρια νερού σε χύτρα ταχύτητας που βράζει.

Μόρια νερού. Στην αρχή μοιάζουν με ό,τι πιο φυσιολογικό υπάρχει.

Μετά το σημείο βρασμού όμως: χειρότερα από φωτιά.

[...]

Περπατούσαν, χέρι χέρι, όταν είδαν την αφίσα, εκείνη την καταραμένη, μαγική αφίσα που τα χρώματα φαίνονταν μέσα της να παίζουν και να φωσφορίζουν, ενώ μια τρισδιάστατη πεντάλφα σχηματιζόταν αμυδρά στις άκρες της:

 

Θέατρο «Παράδεισος»

Προφητείες και μαγικά κόλπα Νοστράδαμος

Μετά τη Θεσσαλονίκη και τα νησιά τώρα και στον Πειραιά!

Η παράσταση που απολαμβάνει πλέον όλη η Ελλάδα!

Ποιος είναι ο μυστηριώδης Νοστράδαμος και τι είδους προφητείες ή προβλέψεις θα μπορούσε να κάνει;

Αποφασίζουν να πάνε. Ο Κωστής ποτέ δεν πίστευε στα μεταφυσικά φαινόμενα, αλλά... τώρα τελευταία, τώρα τελευταία...

Ομίχλη φαίνεται να έχει καλύψει την είσοδο του θεάτρου, όταν φτάνουν εκεί, και ο Κωστής με την Ίρις νομίζουν ότι είναι ατμός, κάποιου είδους σπέσιαλ εφέ που αφορά την παράσταση.

Πληρώνουν το εισιτήριο στον μονόφθαλμο ταμία με το καπελάκι και μπαίνουν μέσα βιαστικά, η παράσταση αρχίζει. Νιώθει εκείνη την ώρα ο Κωστής να κρατάει στα χέρια του μια τεράστια, υπερφυσική πεταλούδα, που τη λένε Ίρις, έτοιμη να χαθεί αν την αφήσει, ελεύθερη και ανεξέλεγκτη, προς κάθε κατεύθυνση.

Η αίθουσα είναι ένας πολύ μοντέρνος χώρος, πολύ μικρός ωστόσο. Πρέπει να χωράει όλα κι όλα πενήντα άτομα. Έχει όμως γεμίσει. Λίγες ξεθυμασμένες λάμπες ρίχνουν ένα αχνό φως στον χώρο που μοιάζει περισσότερο με σκηνικό από ταινία τρόμου. Ένας μαυροφορεμένος άντρας έχει ήδη καθίσει στη σκηνή, σαν να περίμενε αυτούς για να αρχίσει. Απόλυτη ησυχία βασιλεύει, ούτε μια αμυδρή μουσική υπόκρουση έστω. Τι είδους παράσταση είναι αυτή;

Το πρόσωπο του άντρα δεν φαίνεται, αλλά το σαγόνι της Ίρις, το όμορφο σαγόνι της που συνδεόταν με τα ακόμη πιο όμορφα ζυγωματικά της, και μόνο που βλέπει τη σκοτεινή μορφή, μένει για λίγο μετέωρο, αναποφάσιστο, αλλά μετά γέρνει προς τα κάτω, λίγο έλειψε να πέσει και να κατρακυλήσει στο δάπεδο. Έμοιαζε σαν να έχει δει τον ίδιο τον Διάβολο.

«Τι έχεις γλυκιά μου;» ρωτάει ο Κωστής.

«Δεν είναι τίποτα, κάτι θυμήθηκα», απαντά η Ίρις.

Ο μυστηριώδης Νοστράδαμος, ο άνθρωπος χωρίς πρόσωπο, επιτέλους, μετά την άβολη αναμονή, αρχίζει να κάνει διάφορα ταχυδακτυλουργικά κόλπα, η ώρα περνάει.

Κόλπα στην αρχή εύκολα, αλλά μετά δύσκολα. Κόβει στη μέση μια συνεργάτιδά του, εντυπωσιακή ξανθιά, μαύρα δερμάτινα ρούχα, με ένα γυαλιστερό πριόνι, αίμα που τρέχει, αίμα που αιωρείται, και μετά, σαν να ήταν μια κούκλα, την... ενώνει πάλι. Το αίμα από το πάτωμα της σκηνής εξαφανίζεται μονομιάς. Οι θεατές χειροκροτούν απρόθυμα, αποτροπιασμένοι σε μια τόσο τρομακτική θέα. Ορισμένοι έχουν ήδη αρχίσει να ρίχνουν λοξές ματιές προς την έξοδο.

«Και τώρα περνάμε στο κυρίως μέρος του προγράμματος», λέει τότε η σκοτεινή μορφή, «το λέω διαδραστικό, γιατί, όπως θα καταλάβετε, είναι αυτό που συμμετέχει το κοινό».

Αυτό φαίνεται να ζωηρεύει κάπως το ακροατήριο. Μερικοί σιγοψιθυρίζουν χαμηλόφωνα, άλλοι τεντώνουν σαν γαλοπούλες τα κεφάλια.

«Ας τα πάρουμε όλα με τη σειρά», λέει ο άρχων της παράστασης. «Εσείς κύριε, πώς λέγεστε;»

Δείχνει έναν τύπο στη δεύτερη σειρά με φαλάκρα και μουστάκι που έχει έρθει μόνος του.

«Πε... πετρίδης», ψελλίζει εκείνος παντελώς αιφνιδιασμένος.

«Το ψευδώνυμό σας προφανώς, γιατί το κανονικό σας όνομα είναι Πε-τα-ρι-δης», λέει και τονίζει τις συλλαβές μία μία.

Ο Πετρίδης πετρώνει από τον τρόμο του.

«Πώς, πώς ξέρεις το όνομά μου;»

«Ξέρω πολύ περισσότερα για σένα από όσα νομίζεις, Πε-τα-ρί-δη. Ξέρω, για παράδειγμα, πώς λένε τον πατέρα σου, τον πατέρα που ποτέ δεν είχες γνωρίσει. Ο πατέρας σου λέγεται Σαρίφ και εσύ είσαι υιοθετημένος. Αρχικός σκοπός ήταν να σε πουλήσουν σε κάποια ευκατάστατη οικογένεια, αλλά είχες καταλήξει σε έναν οικισμό των Ρομά, στοκ λόγω της, φτωχής θα έλεγα, εξωτερικής σου εμφάνισης. Αλλά κι εσύ όταν μεγάλωσες –άλλοι έχουν το όνομα (ξεσπά σε τρανταχτά, υστερικά γέλια που κάνουν το θέατρο να σειστεί) και άλλοι τη χάρη– την ίδια δουλειά έκανες. Παιδικό τραύμα ή παιδικό απωθημένο, ίσως».

Ο Πετρίδης, Πεταρίδης λιποθυμάει.

Ορισμένοι ξεροβήχουν, θέλοντας να δείξουν διακριτικά την απέχθειά τους για την αντιμετώπιση του ανθρώπου, αλλά τότε η σκοτεινή μορφή, σαν να μην έχει τίποτε συμβεί, λέει:

«Δέκα από δω μέσα έχετε καταχραστεί δημόσιο χρήμα».

«Εσύ, εσύ,... εσύ, και συ». Τους δείχνει έναν έναν.

Δέκα άνθρωποι σηκώνονται μες στη σκοτεινιά και αρχίζουν να αποχωρούν άρον άρον. Δεν κάνουν όμως πολλά βήματα. Φωσφορίζοντα φίδια πέφτουν από το ταβάνι και τους τυλίγουν σαν φλόγες. Αρχίζουν να ουρλιάζουν, και να ικετεύουν, αφήνοντας τους υπόλοιπους θεατές μαρμαρωμένους στα καθίσματά τους, αλλά μετά εξαφανίζονται. Μαύρο σκοτάδι τους τυλίγει, σαν να μην υπήρξαν ποτέ ή σαν ποτέ να μην είχαν καταχραστεί χρήμα των κορόιδων που λέγονται Έλληνες φορολογούμενοι.

«Τέρας! Είναι ένα τέρας!» ουρλιάζουν απελπισμένα ορισμένοι.

«Είμαι η φωνή της συνείδησής σας, τέρατα! Εσείς με δημιουργήσατε, εσείς με φτιάξατε! Είμαι ένας από σας και εσείς είσαστε εγώ! Αυτό που δεν σας αρέσει, αλλά αυτό που είσαστε, αυτό που μας ενώνει!»

Περισσότερος κόσμος έχει τώρα σηκωθεί, επιδιώκοντας απεγνωσμένα να βγει από την αίθουσα της κολάσεως. Διακτινίζονται αμέσως, άγνωστο που, σαν πλήρωμα του Εντερπράιζ.

«Όποιος σηκωθεί να φύγει τώρα, θα μεταφερθεί σε μέρος που δεν θα του αρέσει. Μμμ, ναι...» λέει ήρεμα η σκοτεινή μορφή. «Πώς να το κάνουμε, είναι αγένεια».

Λίγα σκόρπια άτομα έχουν μείνει πλέον στην αίθουσα, καθηλωμένα στις θέσεις τους. Η παράσταση όμως δεν έχει τελειώσει, μια παράσταση, το θέατρο ενός παραλογισμού, που συνεχίζεται αέναα εδώ και εκατομμύρια χρόνια.

Η μαύρη οπτασία σηκώνει το χέρι και με τον δείκτη δείχνει τον Κωστή και την Ίρις, σαν να μη τους δείχνει, αλλά να τους πυροβολεί. Ο δείκτης, όπως αποκαλύπτεται κάτω από τη μαύρη μπέρτα, φαίνεται υπερβολικά μακρύς, αλλά και... παλιός. Σαν να έχει βγει από τον τάφο, το δάχτυλο μιας μούμιας που ζωντάνεψε και έχει ζωή εκατομμυρίων ετών, από τη γέννηση του κόσμου ίσως.

Είναι άραγε και αυτό κάποιου είδους σπέσιαλ εφέ; Αναρωτιέται ο Κωστής και μαζεύεται στο κάθισμά του. Η Ίρις έχει ήδη μαζευτεί ολόκληρη πάνω του σαν μωρό παιδί.

«Ερχόμαστε σε σένα τώρα Κώστα Κ.» συνεχίζει το τέρας επί σκηνής, «σε σένα Ίρις. Ένα πραγματικά ταιριαστό ζευγάρι».

«Πώς ξέρεις τα ονόματά μας;» ρωτάει –τι αποκοτιά– ο Κωστής.

«Έχεις σκοτάδι μέσα σου Κώστα Κ., πολύ σκοτάδι», συνεχίζει το τέρας ακάθεκτο.

«Παλιομπάσταρδε! Κι εσύ της μυστικής!» φωνάζει τώρα πιο δυνατά, τρελαμένος. Όλα γύρω του γυρίζουν, προφανώς και δεν το ζει όλο αυτό. Τότε όμως ακούει μια ήρεμη φωνή να λέει:

«Κι εσύ Ίρις, φως, πολύ φως, μέσα σε πολύ σκοτάδι όμως. Είστε όμως... ταιριαστό ζευγάρι. Κοινός παρονομαστής σας η... πορνεία», αφήνοντας τον Κωστή και την Ίρις σύξυλους.

Ο Κωστής κοιτάζει σκεπτικός την Ίρις. Η Ίρις κοιτάζει, όχι και τόσο σκεπτική, τον Κωστή.

«Τι εννοεί;» λέει ο Κωστής.

«Τι εννοεί;» λέει η Ίρις.

«Είναι ο ίδιος ο Διάβολος», λέει αγανακτισμένος ο Κωστής. «Πάμε να φύγουμε από δω». Σηκώνει το μπράτσο του με σκοπό να κάνει μια άσεμνη χειρονομία με το μεσαίο δάχτυλό του, αλλά μετανιώνει. «Έχε χάρη που δεν είσαι Έλληνας οδηγός», σκέφτεται.

«Είστε ελεύθεροι να φύγετε», λέει το τέρας. «Σας χρειάζομαι. Λίγο ακόμη. Ο επίλογος δεν έχει γραφτεί».

Και το τέρας γελάει. Κάθε τριάντα χρόνια που βγαίνει περίπατο στη γη γελάει, το διασκεδάζει. Το δικό του, διαβολεμένο, χιούμορ, η δική του, ιδιαίτερη, αντιμετώπιση της λογικής.

Πιασμένοι χέρι χέρι, στα κλεφτά, βγαίνουν από την καταραμένη αίθουσα –όλα μία οπτική απάτη– ενώ εκείνη τη στιγμή ο, κατά δήλωσή του, Νοστράδαμος, σαν ξαφνικά να είχε αποφασίσει να γίνει καλός, έβγαζε ένα λαγό –τι φτηνό κόλπο– από το μαύρο καπέλο του.

[...]

 

Χαμένο πέναλτι

...ένα ξερό και νευρικό σουτ, το χειρότερο ίσως που είχε κάνει ποτέ, ξέφυγε από το δεξί του πόδι. Η μπάλα πήρε μια περίεργη τροχιά σαν να ήταν ζαλισμένη. Ο τερματοφύλακας, ο Μίκυ, άνοιξε το στόμα και την κατάπιε σαν να ήταν καραμέλα, αυτό ήταν όλο. Μετά πήρε το απαίσιο, εκείνο το απαίσιο στατικό χαμόγελό του και έμεινε ακίνητος σαν άγαλμα, παίρνοντας ξανά τη μορφή του τερματοφύλακα της Φλόγας, ενώ ο διαιτητής περιχαρής σφύριζε τη λήξη ενός επικίνδυνου να εκτροχιαστεί αγώνα.

Ο Κωστής επιτέλους μπόρεσε και είδε, αλλά ήταν πλέον αργά. Είχε πετάξει την μπάλα με ένα αδύναμο πλασέ στην αγκαλιά του τερματοφύλακα και τώρα όλο το γήπεδο τον έβριζε εν χορώ, είχε πάψει πλέον να είναι ο αγαπημένος της κερκίδας, ντεφορμέ θα μπορούσες άνετα να πεις, αλλά τώρα άντε να εξηγήσει σε κάποιον τι του συνέβαινε, εκτός και αν αυτός ήταν ο διευθυντής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Γενικού Πειραιά.

Το χαμένο πέναλτι όμως ήταν και ένα σύνθημα για άνευ προηγουμένου επεισόδια στις κερκίδες. Οι οπαδοί της Θύελλας άρχισαν να συμπλέκονται με αυτούς του Αργοστολίου με κάθε τρόπο: χέρια, μαχαίρια, ξύλα και καδρόνια. Πολλοί ξεκολλούσαν τα καθίσματα –όμορφα πλαστικά καθίσματα– και τα πέταγαν στον αγωνιστικό χώρο, που είχε τώρα μεταβληθεί σε ρωμαϊκή αρένα. Άλλοι φίλαθλοι είχαν εισβάλλει στον αγωνιστικό χώρο και κυνηγούσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Στις κερκίδες ήδη κάποιοι έκαιγαν λάστιχα, μαύρες φλόγες άρχισαν να υψώνονται ίσαμε τον ουρανό, που λίγο λίγο άρχισε να σκοτεινιάζει και αυτός. Φίλαθλοι... Πόσο καλύτερα μπορούσες να τους αποκαλέσεις... Έδειχναν τώρα την πραγματική τους μορφή, και ήταν η μορφή ενός άγριου, ενός επικίνδυνου ζώου, που υπό ειδικές συνθήκες μπορεί, πολύ εύκολα, να κατρακυλήσει στην αρχική του κατάσταση, αυτή ενός θηρίου με έφεση στην καταστροφή και στο πιο παρανοϊκό έγκλημα.

«Φίλαθλοιι!!!» ωρυόταν η φωνή του εφόρου της Θύελλας από τα μεγάφωνα, «δείξτε λίγη αυτοσυγκράτηση σας παρακαλώ, σας παρακαλώω!!!»

[...]

– Τι γνώμη έχετε για τους χάρτινους ήρωες; ρώτησε ο παρουσιαστής, και δεν μπορούσε να γίνει πιο συγκεκριμένος.

– Να σας πω, είπε ο Κώστας Κ., εγώ, εκτός απ' τους παιδικούς μου φίλους, μ' αυτούς μεγάλωσα, τους χάρτινους ήρωες δηλαδή, και πιστέψτε με για μένα δεν ήταν καθόλου χάρτινοι, υπήρχαν, και μάλιστα μια χαρά, στην άπειρη, αθώα, όχι χάρτινη, παιδική μου φαντασία. Μίκυ Μάους, Αστερίξ και Λουκυ Λουκ, κάθε λογής κόμικς, αλλά και γραπτός λόγος με λίγες εικόνες, Μικρός Καου-μπόυ δηλαδή, Μικρός Αρχηγός, και φυσικά Μικρός Ήρωας, ο εκπληκτικός Γιώργος Θαλάσσης, το επονομαζόμενο Παιδί-Φάντασμα, που τα έβαζε με τους Γερμανούς κατακτητές, ίσως αυτό μας λείπει από την Ελλάδα σήμερα, ένας Γιώργος Θαλάσσης, πολλοί Γιώργοι Θαλάσσηδες και πολλά Παιδιά-Φαντάσματα –όχι όμως Πολίτες-Φαντάσματα– που θα μπορούσαν να αντισταθούν στην οικονομική λαίλαπα που δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και πολιτική, και πολιτιστική, προπάντων ηθική.

Ίσως αυτό ήταν το μεγαλύτερο μυστικό μου τότε που έπαιζα καλά, τόσο καλά, η πιο φωτεινή πλευρά μου. Οι αρχές, οι αξίες, που μου είχαν δώσει οι χάρτινοι ήρωες, ό,τι μου είχε απομείνει. Ήθελα να είμαι ο ήρωας του γηπέδου, ήρωας της ζωής, παρά τη σήψη που με έπνιγε, μέρος της οποίας ήμουν, δυστυχώς, κι εγώ.

– Πόσο ρομαντικός ακούγεστε σε μια εποχή που λένε ότι δεν υπάρχουν ήρωες, αν εξαιρέσουμε εσάς φυσικά.

– Ακούστε, βαρύς ο χαρακτηρισμός να με πείτε εμένα ήρωα, τιμητικός, αλλά βαρύς. Η αλήθεια είναι ότι εκείνο το βράδυ, ή μάλλον όλο εκείνο το διάστημα που αιωρούμουν μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, ένιωσα να είμαι το πιόνι, η αιχμή του δόρατος σε κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που ξέφευγε από τις δικές μου περιορισμένες, ανθρώπινες, όσο καλή φυσική κατάσταση και να είχα, δυνατότητες.

Ίσως υπήρξα και εγώ, όχι ένας ήρωας, αλλά ένας χάρτινος ήρωας, που είχε κάποια πλεονεκτήματα, κάποιες καλές ιδιότητες, αλλά εύκολα μπορούσες να συντρίψεις, κάψεις ή να σκίσεις όπως μια κόλλα χαρτί. Και η αλήθεια είναι ότι κινδύνεψα να συντριβώ, να καώ ή να διαμελιστώ σε χίλια κομμάτια, αν και για να υπάρξω εγώ, έστω και τυχαία, ένας ήρωας λέτε εσείς, ένας χάρτινος ήρωας λέω εγώ, εκατοντάδες, χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες συνομήλικοί μου χρειάστηκε να τσαλαπατηθούν, και να καταστραφούν, βίαια ποδοπατηθούν, όπως ίσως τα ανυποψίαστα θύματα της Θύρας 7, ή το Μαύρο Απόγευμα εκείνης της Βουλής, για να ξεπηδήσει μέσα από αυτούς κάποιος που ξέφυγε, έγινε ο ίδιος το σύστημα μέσα στο σύστημα, που τονίζω, στην προσωπική μου περίπτωση, παρά τις όποιες ικανότητες που είχα στο ποδόσφαιρο, τα υπόλοιπα για μένα ήταν θέμα τύχης, κολασμένης τύχης.

– Πόσο σεμνός, πόσο αληθινός, Κώστας Κ. κυρίες και κύριοι –ή να τον λέμε άραγε Κωστή– πόσο ωραίος, τόσο συμπαθής, χειροκροτήστε τον παρακαλώ, ένας πραγματικός ήρωας, δεν μπορούμε να μην το πούμε, και ας μην το παραδέχεται ο ίδιος.

[...]

Ένα αδύνατο ψηλό παιδί όμως, ίσως και δύο μέτρα, του φράζει αμέσως την πόρτα. Αιωρείται μερικά εκατοστά πάνω από το έδαφος, σαν να είναι παιχνίδι. Το παιδί έχει φτερά, ωστόσο, όπως διαπιστώνει ο πρόεδρος με φρίκη και απέραντη απογοήτευση, δεν έχει μάτια. Οι κόγχες του είναι άδειες σαν να μην έχει ψυχή.

«Δεν μπορείς να μπεις», του λέει με παράπονο, «είδες τι μου έκανες;»

«Δεν στο έκανα εγώ», λέει ο πρόεδρος που φριχτά τώρα αιμορραγεί.

«Το έκανε το αφεντικό σου όμως», λέει το παιδί με σοβαρό ύφος και κουνάει τα φτερά του, μάλλον θυμωμένα.

«Εγώ είμαι ένας υπάλληλος, ένας απλός υπάλληλος», αρχίζει τώρα να εκλιπαρεί ο πρόεδρος.

Ένα δυνατό μαρσάρισμα από το σταματημένο μαύρο αυτοκίνητο έρχεται σαν και σε απάντηση να αποδοκιμάσει τη δήλωσή του αυτή.

«Όχι τόσο απλός», λέει το παιδί. «Υπάρχει σύνδεση».

Μια μαύρη μορφή σαλεύει τώρα στο κάθισμα του οδηγού σαν αλλοίωση των οπτικών ειδώλων πάνω σε άσφαλτο που καίει.

Ο πρόεδρος το βλέπει αυτό και νομίζει ότι τρελά ονειρεύεται – ή ονειρικά τρελαίνεται. Το όνειρο όμως είναι πιο πραγματικό και από την κανονική ζωή.

«Άσε με να μπω!!!» φωνάζει απελπισμένα.

«Υπάρχει σύνδεση», ξαναλέει το παιδί. «Όλα, κάπως, συνδέονται», και του φράζει, για μία ακόμη φορά, την είσοδο.

Η πόρτα του πολυτελούς αυτοκινήτου απότομα ανοίγει και μαύρος ατμός με μεγάλο ειδικό βάρος, σαν να είναι κάτι μεταξύ αερίου και στερεού, αρχίζει να διαχέεται στην εξωτερική ατμόσφαιρα. Ως δια μαγείας τα παιδιά σταματούν να παίζουν, η εκκλησία, ο φοίνικάς της και ο φτερωτός της φύλακας εξαφανίζονται μονομιάς, και ο πρόεδρος μένει ξανά μόνος σε ένα άνυδρο τοπίο.

Ένας μαύρος ανεμοστρόβιλος σε σχήμα ανθρωπίνου σώματος διαγράφεται τώρα στον ορίζοντα. Και αρχίζει να τον κυνηγάει.

Ξεκινά να τρέχει πανικόβλητος στο πουθενά.

...τα πιο τρομακτικά όνειρα ωστόσο ήταν εκείνα που γύρναγε από τον τρόμο του, αλλά και περιέργεια, να δει, σχεδόν κάθε είκοσι μέτρα, χάνοντας ακόμη περισσότερο έδαφος· ο μαυροφορεμένος άντρας έτσι όλο και πλησίαζε, πλησίαζε... Μετά από ανελέητο κυνηγητό γύρναγε μια τελευταία φορά μούσκεμα στον ιδρώτα και το αίμα, και... δεν ήτανε κανείς. Ένα λευκό τοπίο έβλεπε με γκρεμισμένα θεόρατα βράχια που το σάρωναν τυφώνες, σαν να είχε μεταφερθεί σε κάποιον άλλο πλανήτη στην άκρη του σύμπαντος. Πού είχε πάει ο μαυροφορεμένος εφιάλτης; Τότε όμως, και πριν νιώσει οποιαδήποτε χαρά, ένας πελώριος καθρέφτης, σαν και σε απάντηση στη σκέψη του, εμφανιζόταν ως δια μαγείας μπροστά του για να διαπιστώσει με ανείπωτη φρίκη –και μανία– κάτι που δεν χωρούσε η φαντασία ακόμη και των πιο σκοτεινών ονείρων, των πιο κακών ανθρώπων:

Ο ίδιος πλέον είχε γίνει ο μαυροφορεμένος άνδρας.

Που πήγε εκείνη η όμορφη παιδική ηλικία που τόσο ανεξίτηλα μας είχε σημαδέψει; Χάθηκε. Χάθηκε, μας είπαν. Μες στο βωμό του κέρδους και στους γκρίζους καπνούς των πολυκατοικιών, στους οίκους ανοχής του καπιταλισμού, μπορντέλα είτε τράπεζες. Χρεοκοπήσαμε συνοδοιπόροι, αγαπητοί μας παιδικοί μας φίλοι, μέχρι που ήταν αργά για να γυρίσουμε πίσω. Αλλά. Βρήκαμε τη λύση.

Ενήλικες το είπαμε, ωριμότητα το βαφτίσαμε. Και σοβαρότητα: α π ε λ π ι σ ί α!

Και ο Μίκυ, α, ο Μίκυ... αγαπημένος ήρωας των παιδικών μας χρόνων –θα μπορούσε να είναι ο θρυλικός Γιώργος Θαλάσσης, το επονομαζόμενο Παιδί-Φάντασμα ή ο Γκαούρ-Ταρζάν, οποιοσδήποτε μεγάλος θρύλος, πέρα από κάθε αμφιβολία– ένα τέρας στη γωνία να μας χαμογελά, να μας προδίδει...


Παρουσίαση Βιβλίου

«Ο Αγαπημένος ήρωας των παιδιών»

Βαγγέλης Γεωργάκης

Εκδότης: OASIS

Σελίδες 432

Ο Βαγγέλης Γεωργάκης επανέρχεται με το καινούργιο του μυθιστόρημα «Ο Αγαπημένος ήρωας των παιδιών: Η προφητεία» κάτω από νέα εκδοτική στέγη (Oasis).

Πρόκειται για το πέμπτο βιβλίο ενός συγγραφέα που ξεχωρίζει τόσο για την ιδιαίτερη λογοτεχνική του φωνή, την προσέγγιση των θεμάτων του που συνδυάζουν με χαρακτηριστική επιδεξιότητα τη μετάβαση από το φανταστικό και το ονειρικό στη σύγχρονη πραγματικότητα όσο και για την αριστοτεχνική του γραφή αποδεικνύοντας πως πάνω απ' όλα η λογοτεχνία παραμένει τέχνη.

Το μυθιστόρημα «Ο Αγαπημένος ήρωας των παιδιών» αποτελεί αναμφίβολα το magnum opus του συγγραφέα. Είναι το μεγάλο μυθιστόρημα που αναμέναμε κάποια στιγμή να προκύψει από αυτή τη συναρπαστική για έμπνευση εποχή καθώς τα πραγματικά μεγάλα λογοτεχνικά έργα γεννιούνται σε συνθήκες αφόρητης πίεσης και διαρκούς αναζήτησης.

Ο «Αγαπημένος ήρωας των παιδιών» αποτυπώνει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα με αλληγορική μαεστρία καθώς ο πολυεπίπεδος χαρακτήρας του προσφέρει απλόχερα πολλαπλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις στον αναγνώστη. Με αφορμή έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο πίνακα του Μίκυ και τις ταυτόχρονες εξαφανίσεις μικρών παιδιών ο συγγραφέας ξεδιπλώνει έντεχνα υπό τον μανδύα της αστυνομικής πλοκής και του ψυχογραφικού θρίλερ τις περιπέτειες των ηρώων του αλλά και τις περιπέτειες μιας Ελλάδας που διαχρονικά πληγώνει και πληγώνεται αναζητώντας διακαώς το λυτρωτικό φως. Ένας πίνακας σαρκαστικός, διαδραστικός, ευμετάβλητος όπως και ολόκληρη η εποχή που ζούμε οδηγεί τον συγγραφέα σε μια κατάβαση στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, δίνοντάς του την αφορμή να αφηγηθεί μέσα από τους ήρωές του την αδιάκοπη προσπάθεια για την αναζήτηση του ανθρώπινου μεγαλείου που ενδεχομένως δεν έχει ολότελα χαθεί.

Σε μια εποχή απογυμνωμένη, ισοπεδωτική, ρηχή που όλα καταρρέουν, ο αγώνας για δημιουργία, για διατήρηση της αξιοπρέπειας και των πανανθρώπινων αξιών καθίσταται ολοένα και πιο αδυσώπητος. Σε μια εποχή που κυριάρχησαν και εξακολουθούν να επικρατούν οι άδειοι, οι επίπλαστοι, οι ιλουστρασιόν ήρωες ο κρότος της επερχόμενης συντριβής τους αναδεικνύει περίτρανα το κενό προσωπείο της ματαιοδοξίας, της αυταρέσκειας και της μεθυστικής ευμάρειας που εντέχνως έκρυβαν για καιρό. Τη θέση τους αργά αλλά σταθερά καταλαμβάνουν οι ήρωες της διπλανής πόρτας, της καθημερινότητας, ο ηρωικός εαυτός του ανώνυμου πλήθους. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από τον νομπελίστα Ποιητή μας Γιώργο Σεφέρη στο ποίημά του «Τελευταίος Σταθμός»:

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας – «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε...»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.

Πράγματι, και στο νέο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Γεωργάκη οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά μέσα σε μια ζοφερή πραγματικότητα διανθισμένη με ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτικές εκρήξεις αναζητώντας την αυτογνωσία και το πολυπόθητο φως.

Ένα μυθιστόρημα "φόρος τιμής" στους Ήρωες, τόσο στους χάρτινους των κόμικς που ξαναζωντανεύουν μέσα από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος όσο και στους πραγματικούς που αγωνίζονται καθημερινά για να διατηρήσουν ακέραιη την υπόστασή τους μέσα σε μια εποχή παρακμής και αντιηρωισμού. Ένα μυθιστόρημα-καθρέφτης της παραμορφωμένης πραγματικότητας αλλά και της εναγώνιας προσπάθειας για την αναζήτηση της χαμένης μας παιδικότητας, της αμόλυντης φαντασίας και του ηρωικού εαυτού μας.

Ψυχογραφικό θρίλερ; Αστυνομική περιπέτεια; Ποιητική αλληγορία; Κοινωνικο-πολιτική καταγγελία; Σκοτεινή παράσταση; Ονειρικό ταξίδι αυτογνωσίας; Ηρωικό παραμύθι; Όπως και να χαρακτηρίσει κανείς τον «Αγαπημένο ήρωα των παιδιών» ένα μόνο είναι σίγουρο:

Το μυθιστόρημα αυτό θα σας καθηλώσει!

... με τα λόγια του εκδότη

Για ένα ακόμη απόγευμα η πραγματικότητα είχε διαρραγεί, βίαια εκραγεί για μένα και είχα μείνει να χτίζω ανεμόμυλους, κάστρα που θα γκρεμίζονταν το αμέσως επόμενο πρωινό, με τη φαντασία μου...

Εκατοντάδες, χιλιάδες λέξεις ξεχύθηκαν από μέσα μου σαν λάβα καυτή απειλώντας να κάψουν και μένα τον ίδιο. Η ιστορία γράφτηκε σαν το νεράκι, και αφορμή ήταν ένας καταραμένος, διαρκώς μεταβαλλόμενος πίνακας. Η πραγματικότητα έγινε εφιάλτης. Ή μήπως ο εφιάλτης είναι ήδη πραγματικότητα; Μια προφητεία προ των πυλών; Ποια είναι τα όρια της λογικής; Έχει σύνορα η φαντασία; Πώς σχετίζονται ο Κώστας Κ. και η αγαπημένη του Ίρις με τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις παιδιών; Ποιος ο ρόλος του γκροτέσκου πίνακα και της σκοτεινής Μορφής που διαρκώς παρούσα τυλίγει με τον μανδύα της μια ολόκληρη χώρα; Προμηνύουν ή μήπως πυροδοτούν τις ραγδαίες εξελίξεις, τις απανωτές ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτικές εκρήξεις;

...θα φτάσω μέχρι τέλους, θα φτάσω. Όποιο και αν είναι αυτό το τέλος. Θα σας διηγηθώ το τέλος, νιώθω ότι ήμουν εκεί, στις ζοφερές εσχατιές της ανθρώπινης ψυχής, μα και στις φωτεινές χαραμάδες που λέγονται αχτίδες ζωής.

Αλληγορικό, ονειρικό, υποβλητικό, ορμητικό, λυτρωτικό.

Βαθύτατα ανθρώπινο.

Ένα σκοτεινό παραμύθι για την αέναη αναζήτηση του φωτός...


Βιογραφικό του Συγγραφέα

Αγαπημένος ήρωας του Βαγγέλη Γεωργάκη είναι ένας άνεργος που ζει σε ένα χαμόσπιτο και εξακολουθεί να ονειρεύεται, ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Νίκος Γκάλης, ο Γιάννης Πουλόπουλος και ο Μίμης Πλέσσας, ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Έννιο Μορρικόνε, ο Ρομπέρτο Μπολάνιο και ο Μπόρχες, η Τζένη Καρέζη, ο Νίκος Αναστόπουλος και ο Θωμάς Μαύρος, ο Γιώργος Μαυρωτάς, ο Νώντας Σαμαρτζίδης, ένας πλανόδιος που παίζει κιθάρα στο Μοναστηράκι, ένα σύννεφο που τρέχει αμέριμνο στον ουρανό, ο Γιώργος Θαλάσσης και... ο Μίκυ.